ΑΠΟ ΤΟ ΖΟΥΤΣΟΥ ΣΤΟ ΝΤΟ
jutsu-do-1.jpg

Του Μιχάλη Πετρόπουλου

Τα μπουγκέι, οι «πολεμικές τέχνες» της Ιαπωνίας, αναπτύχθηκαν και κωδικοποιήθηκαν από τον δέκατο αιώνα μ.Χ. και μετέπειτα, από πολεμιστές οι οποίοι στόχο είχαν να προστατεύσουν την ομάδα στην οποία ανήκαν και να προωθήσουν τους σκοπούς της. Η εκπαίδευση στις «πολεμικές τέχνες» επέτρεπε στον εκάστοτε πολεμιστή να αποκτήσει την απαιτούμενη ψυχική και τεχνική επάρκεια, με την οποία θα μπορούσε να προωθήσει τα συμφέροντα του σογκούν (στρατιωτικού ηγέτη) ή του εκάστοτε νταϊμίγιο (φεουδάρχη) στον οποίον είχε δώσει υπόσχεση πίστης.

OI ΜΠΟΥΣΙ

Οι πολεμιστές της φεουδαρχικής Ιαπωνίας αποκαλούνταν μπούσι, ήταν «επαγγελματίες» και πληρώνονταν αδρά για τις υπηρεσίες τους. Υπήρχαν πολεμιστές διαφόρων βαθμών ανάλογα με την κοινωνική τους θέση, τις πολεμικές τους ικανότητες και την εύνοια που έδειχνε προς αυτούς ο σογκούν.

Οι σαμουράι ήταν πολεμιστές, αλλά όχι και οι ανώτεροι στην ιεραρχία. Ως σαμουράι αναφέρονται ορισμένοι πολεμιστές από την περίοδο Μουρομάτσι (1392-1573) και μετέπειτα. Στην περίοδο Καμακούρα (1185-1333) ο όρος σαμουράι χρησιμοποιείται γι’ αυτούς που υπηρετούν τους αξιωματούχους, ενώ ακόμη και τον 14ο αιώνα,  όταν ο όρος σαμουράι χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μια κατηγορία πολεμιστών, πάλι η έννοια της παροχής υπηρεσίας δεν έχει πλήρως εξαλειφθεί.

Ως εκ τούτου, είναι λάθος να αναφέρονται όλοι οι πολεμιστές της Ιαπωνίας σαν σαμουράι ή να λέγεται ότι οι σαμουράι ως σύνολο διοίκησαν ποτέ την Ιαπωνία. Ο μπούσι δεν ήταν ο οποιοσδήποτε Ιάπωνας πολεμιστής αλλά ο αριστοκράτης πολεμιστής της προ-φεουδαρχικής και της φεουδαρχικής Ιαπωνίας, από τον 9ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και τον 19ο αιώνα μ.Χ. Αν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε τον μπούσι, θα πρέπει να πούμε ότι είναι, κυρίως, ο πολεμιστής ο οποίος έδρασε κάτω από την πολεμική πειθαρχία της στρατιωτικής κυβέρνησης του Μινατόμο Γιοριτόμο, η οποία εδραιώθηκε στην Καμακούρα τον 12ο αιώνα μ.Χ.

Από τον 9ο μέχρι και τον 19ο αιώνα μ.Χ., υπήρχαν και πολεμιστές οι οποίοι δεν εθεωρούντο μπούσι, όπως για παράδειγμα οι κληρωτοί στρατιώτες του Όντα Νομπουνάγκα και του Τογιοτόμι Χιντεγιόσι, τον 16ο αιώνα. Αλλά και ορισμένοι μπούσι της περιόδου Έντο (1603-1868), οι οποίοι δεν ήταν καλά εκπαιδευμένοι στις «πολεμικές τέχνες», θεωρείτο ότι δεν έφεραν επάξια τον τίτλο των προγόνων τους.

Είναι την περίοδο Καμακούρα (1185-1333) που οι μπούσι διαμορφώνονται και γίνονται οι αδιαφιλονίκητοι κυβερνήτες της Ιαπωνίας. Είναι ο Μιναμότο Γιοριτόμο (1147-1199) που, αφού συγκέντρωσε πολεμιστές από τις επαρχίες, συνέτριψε την οικογένεια Τάιρα και έφερε την τάξη στη χώρα.

H στρατιωτική κυβέρνηση του Γιοριτόμο είχε στρατοπεδεύσει στην Καμακούρα, μακριά από την πρωτεύουσα Κιότο, επειδή δεν ήθελε οι πολεμιστές της να διαβρωθούν από την κοινωνία της αυλής. Ο Γιοριτόμο απαιτούσε απόλυτη πίστη από τους πολεμιστές του, πίστη η οποία εκφραζόταν από τον πολεμιστή προς τον Γιοριτόμο σε προσωπικό επίπεδο.

Η υποχρέωση αυτής της απόλυτης πίστης και υπακοής προς τον Γιοριτόμο απαιτούσε και την ύπαρξη ενός κώδικα τιμής ο οποίος επισφράγιζε αυτήν την πίστη και υπακοή. Η οποιαδήποτε παράβαση αυτού του άγραφου κώδικα τιμής μπορούσε να ξεπλυθεί μόνον με τον θάνατο. Έτσι, στον πολεμιστή που παραβίαζε αυτόν τον κώδικα του δινόταν το δικαίωμα να αποκαταστήσει την τιμή του με το να κάνει σεππούκου (θάνατος κόβοντας ο ίδιος τα σωθικά του), κάτι που είναι συνήθως γνωστό σαν χάρα - κίρι (σχίζω την κοιλιά).

Μετά τον θάνατο του Γιοριτόμο Μιναμότο, το 1199, η επικράτηση της οικογένειας Μιναμότο στα στρατιωτικά θέματα υποχωρεί και οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις της Ιαπωνίας αλλάζουν. Ίσως επειδή η πίστη που απαιτούσε ο Γιοριτόμο από τις πολεμιστές του, σε αυτόν προσωπικά, μετεβλήθη σε μια απαίτηση πίστης προς τους θεσμούς, ο πολεμιστής διαπίστωσε ότι δεν είχε πλέον απόλυτη εξουσία, καθ’ ότι την εξουσία μοιράζονταν πλέον οι στρατιωτικές και οι πολιτικές αρχές.   

Η περίοδος από τον 13ο μέχρι και τον 17ο αιώνα είναι περίοδος που οι μπούσι δεν είναι πλέον ενωμένοι. H δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν ως μια αποτελεσματική δύναμη μειώνεται, καθώς μοιράζονται σε ομάδες πολεμιστών κατωτέρων δυνατοτήτων.

Με τη σύγχυση που επήλθε στους κυβερνητικούς μηχανισμούς οι οποίοι είχαν αποδυναμωθεί από τις έριδες, τα ηνία της εξουσίας πήραν αυτοί που αποδυνάμωσαν τους μπούσι, ιδίως μετά την άφιξη της πυρίτιδας και τη χρήση των πυροβόλων οπλών.

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο κλασσικός πολεμιστής και ο ρόλος του στην κοινωνία ήταν πια ένας αναχρονισμός, ο κλασσικός πολεμιστής καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον πολίτη - πολεμιστή του στρατού ο οποίος αποτελείται από κληρωτούς.

jutsu-do-6.jpg

ΤΑ ΜΠΟΥΓΚΕΪ Ή ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΜΠΟΥΖΟΥΤΣΟΥ

Οι «πολεμικές τέχνες» στις οποίες εξασκείται ο μπούσι αποκαλούνται μπουγκέι ή μπουζούτσου. Συστηματοποιούνται και εξελίσσονται μέσα από παραδοσιακές οικογενειακές οργανώσεις οι οποίες ονομάζονται ρύου και, εφ’ όσον εκλείπουν οι συγγενικοί δεσμοί, Ρύου Χα.

Ο όρος ρύου δεν είναι αναγκαστικά συνώνυμος με την έννοια «σχολή». Καθώς μια ρύου θα μπορούσε να περιλάβει περισσότερες «σχολές», οι ρύου ταυτίζονται πιο πολύ με την έννοια της «πολεμικής παράδοσης». Σχεδόν 9.000 (εννέα χιλιάδες ρύου και ρύου -χα) έχουν καταγραφεί, επισημαίνοντας την ένταση της πολεμικής ενασχόλησης στη φεουδαρχική Ιαπωνία.

Οι «πολεμικές τέχνες» μαθαίνουν τον κλασσικό πολεμιστή να  χρησιμοποιεί τα όπλα του με μεγάλη σιγουριά στη μάχη. Τόσο η τεχνική όσο και η ψυχολογική προετοιμασία τον κάνουν να μπορεί να αντιμετωπίσει τον θάνατο, οποιαδήποτε στιγμή, έχοντας πλήρη έλεγχο του εαυτού του.

Τα κλασσικά μπουγκέι ή «πολεμικές τέχνες» της Ιαπωνίας δεν πρέπει να συγχέονται με τα μπούντο ή «πολεμικούς δρόμους», παρ’ όλο που, για λόγους ευκολίας, παρουσιάζονται ως ενιαίο σύνολο, στην πραγματικότητα διαφέρουν στη φύση, τον σκοπό και τις τεχνικές. 

Τα μπουγκέι, δηλαδή οι «πολεμικές τέχνες», είναι τα λεγόμενα «συστήματα» ζούτσου, και ξεχωρίζουν από το ότι οι ονομασίες τους περιέχουν το συνθετικό –ζούτσου. Εν αντιθέσει, τα μπούντο είναι οι «πολεμικοί δρόμοι», στην ονομασία τους περιέχεται το συνθετικό –ντο και είναι, ως επί το πλείστον, δημιουργήματα του εικοστού αιώνα, παρ’ όλο που προέρχονται από έννοιες οι οποίες μπορούν να αναγνωρισθούν από τα μέσα του 18ου αιώνα.

Τα μπούντο προέρχονται από τα μπουγκέι και κανένα «σύστημα» ντο δεν υφίσταται που να μην προέρχεται από το αντίστοιχο «σύστημα» ζούτσου.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των κλασσικών μπουγκέι ήταν η χρήση τους στο πεδίο της μάχης και, ως εκ τούτου, η εκπαίδευση στα όπλα είχε πρωταρχική σημασία. Υπό αυτήν την έννοια, μια «πολεμική τέχνη» δεν μπορεί να είναι άοπλη και οποιοδήποτε «σύστημα» άοπλης μάχης δεν μπορεί παρά να είναι συμπληρωματικό «σύστημα» μιας «πολεμικής τέχνης».

Παρ’ όλο που είναι λογικό ο κάθε πολεμιστής να θέλει να χρησιμοποιήσει τα πιο αποτελεσματικά όπλα στη μάχη, δεν είναι παρά τον 12ο αιώνα, με την εμφάνιση των επαγγελματιών πολεμιστών, που συστηματοποιούνται τα όπλα και οι «πολεμικές τέχνες». Οι πολεμιστές οι οποίοι έβγαιναν από μια μάχη ζωντανοί και νικητές, ήταν εκείνοι οι οποίοι έκαναν την έρευνα και την καταγραφή των όπλων και των τεχνικών που χρησιμοποιήθηκαν επιτυχώς στην προηγηθείσα μάχη. Αυτή λοιπόν η κωδικοποίηση των αποτελεσματικών όπλων και τεχνικών είναι εκείνη η οποία δημιούργησε τις πολεμικές ρύου ή τις πολεμικές παραδόσεις.

Από τα όπλα, το σπαθί είχε τη μεγαλύτερη βαρύτητα. Κάθε σχολή είχε διαφορετικές τεχνικές και τακτικές, τις οποίες κρατούσε μυστικές από τους ξένους. Ο πολεμιστής επροπονείτο καθημερινώς. Η αρχική εκπαίδευση κρατούσε τρία με τέσσερα χρόνια και του έδινε επαρκή γνώση στις βασικές τεχνικές ή ομοτέ. Μετά από αυτήν τη βασική εκπαίδευση, του διδάσκονταν οι μυστικές τεχνικές ή όκουντεν, οι οποίες ήταν οι τεχνικές εκείνες οι οποίες θα του έδιναν τη δυνατότητα να αντεπεξέλθει επιτυχώς σε μια μάχη.

Οι τεχνικές λεπτομέρειες των τεχνικών τού έδιναν τη δυνατότητα να γνωρίζει τα δυνατά και αδύνατα σημεία κάθε κίνησης. Γνώριζε, παραδείγματος χάριν, ότι όταν κάρφωνε το σπαθί του στη μέση του σώματος του εχθρού, ακόμη και με διάτρηση μόλις ενός πόντου, αυτό θα συνεπάγονταν ο εχθρός του να μην μπορεί να αποτελειώσει ένα κτύπημά του με το σπαθί από πάνω προς τα κάτω, καθιστώντας έτσι ακίνδυνο τον χώρο κάτω από το σηκωμένο σπαθί του εχθρού.

Αντιθέτως, γνώριζε ότι αν έκοβε το εσωτερικό των καρπών του εχθρού του με το σπαθί, σε βαθμό που σχεδόν θα του έκοβε τους καρπούς, αυτός ο τραυματισμός δεν ήταν ικανός να σταματήσει τον εχθρό του από το να αποτελειώσει ένα κτύπημα του σπαθιού του από πάνω προς τα κάτω, εναντίον του. (D.F. Draeger: Classical Bujutsu, σελ.55 ).

Η βασική μέθοδος εκπαίδευσης στα μπουζούτσου ήταν τα κάτα ή προκαθορισμένοι τρόποι άσκησης. Τα κάτα ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίον θα ήταν δυνατόν να γίνει εξάσκηση στα όπλα, χωρίς να τραυματισθούν οι ενασκούμενοι. Για λόγους οικονομίας αλλά και ασφαλείας, οι ενασκούμενοι χρησιμοποιούσαν, κυρίως για την άσκηση, όπλα φτιαγμένα από σκληρό ξύλο. Τα μεταλλικά όπλα χρησιμοποιούντο, επίσης, στην εξάσκηση αλλά έσπαγαν και φθείρονταν πιο εύκολα. Όμως, δεν πρέπει να υποτιμούμε τα ξύλινα όπλα, τα οποία σε ορισμένα είδη μάχης είναι ανώτερα από τα μεταλλικά. Ο Μιγιαμότο Μουσάσι (1584-1645 ), ο πιο διάσημος ξιφομάχος της Ιαπωνίας, προτιμούσε το ξύλινο σπαθί γιατί ήταν άθραυστο.

Από τις «πολεμικές τέχνες» πιο σημαντική θέση είχε το Κενζούτσου, η τέχνη του σπαθιού. To Κενζούτσου ασχολείται με το σπαθί από τη στιγμή που έχει βγει από τη θήκη του. Βασικό σπαθί είναι το οντάτσι, αλλά και το κοντάτσι ή μικρό σπαθί χρησιμοποιείται στην οπλομαχία, η οποία γίνεται με δυο σπαθιά ή νίτο. Πάνω από πέντε χιλιάδες ρύου έχουν Κενζούτσου στην ύλη τους. Η πρώτη γνωστή ρύου η οποία ανέπτυξε το Κενζούτσου είναι η Τένσιν Σόντεν Κατόρι Σίντο Ρύου, την οποία ίδρυσε ο Τσοιζάϊ Ιζάσα Ιενάο, τον 15ο  αιώνα μ.Χ.

jutsu-do-5.jpg

Το Ιάϊ Ζούτσου, η τέχνη του τραβήγματος του σπαθιού, είναι αμυντική οπλομαχία, καθώς ασχολείται με τη μέθοδο με την οποία ο πολεμιστής πρέπει να τραβήξει το σπαθί από τη θήκη του για να αντιμετωπίσει μια επίθεση. Πάνω από τετρακόσιες ρύου έχουν Ιάι Ζούτσου στην ύλη τους. Και εδώ η Τένσιν Σόντεν Κατόρι Σίντο Ρύου είναι η πρώτη που συμπεριέλαβε Ιάι Ζούτσου στην ύλη της.

To Σοτζούτσου, η τέχνη του δόρατος, παρ’ όλο που το δόρυ ήταν από τα όπλα στα οποία εξασκείτο ο μπούσι, δεν είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλές. Περίπου τετρακόσιες πενήντα ρύου ασχολούνταν με το Σοτζούτσου, με πρωταγωνιστή πάλι την Τένσιν Σόντεν Κατόρι Σίντο Ρύου.

Το Ναγκινάτα Ζούτσου, η τέχνη του «λογχοπέλεκυ», ασχολούνταν με ένα όπλο πολύ δημοφιλές στους μπούσι. Υπήρχαν δύο είδη, η ναγκινάτα και το ναγκαμάκι. Η διαφορά τους ήταν η αναλογία της λάμας προς το κοντάρι, με το ναγκαμάκι να έχει μικρότερο κοντάρι. Υπήρχαν περίπου τετρακόσιες είκοσι πέντε ρύου που είχαν Ναγκινάτα Ζούτσου στην ύλη τους (και πάλι η Τένσιν Σόντεν Κατόρι Σίντο Ρύου πρωτοστατεί).

Πέραν από αυτές τις βασικές τέχνες, τα μπουγκέι έχουν το Μποζούτσου, την τέχνη του κονταριού, το Τζοζούτσου, την τέχνη της ράβδου, το Τετσούμπο Ζούτσου, την τέχνη της μεταλλικής ράβδου και το Κύου Ζούτσου, την τοξοβολία. Επίσης, υπάρχουν συμπληρωματικές τέχνες, όπως Μπα Ζούτσου (ιππασία), Γιαντόμε Ζούτσου (η τέχνη του να προστατεύεσαι από τα βέλη), Σουιέι Ζούτσου (κολύμβηση) καθώς και άλλες.

Την περίοδο αυτή, οι άοπλες τεχνικές αποκαλούνται κούμι ούτσι, που σημαίνει σύγκρουση δυο αντιπάλων σε απόσταση σώμα με σώμα.

Το γιορόι κούμι ούτσι ήταν η μέθοδος μάχης σώμα με σώμα, μεταξύ δυο αντίπαλων οι οποίοι φορούσαν πανοπλία. Οι μέθοδοί του ήταν, κυρίως, λαβές, διότι τα κτυπήματα με τα χέρια ή τα ποδιά ήταν αναποτελεσματικά εναντίον ενός αντιπάλου ο οποίος φορούσε πανοπλία ή είχε όπλα.

Στην αρχική φάση της μάχης, οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να καταφέρουν κτύπημα ο ένας στον άλλον με τα κύρια όπλα τους, έπειτα όμως, όταν έρχονταν κοντά ο ένας με τον άλλον και τα κύρια όπλα, λόγω της κοντινής απόστασης, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με ευκολία, προσπαθούσε ο καθένας να ρίξει τον αντίπαλο στο έδαφος. Όποιος έπεφτε βρισκόταν σε μειονεκτική θέση, καθ’ ότι αυτός ο οποίος παρέμενε όρθιος μπορούσε να τον αποτελειώσει. Μια άλλη τακτική, όταν έρχονταν κοντά οι αντίπαλοι και τα κύρια όπλα γίνονταν αναποτελεσματικά, ήταν η χρήση κοντύτερων όπλων, όπως το γιορόι ντόσι (ανθεκτικό εγχειρίδιο) που χρησιμοποιούνταν για να διατρυπήσουν την πανοπλία του αντιπάλου.

jutsu-do-3.jpg

ΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΜΠΟΥΝΤΟ

Σε αντίθεση με τα μπουγκέι, τα μπούντο αναπτύχθηκαν, αρχικώς, ως έννοιες την περίοδο Έντο (1603-1868), μια περίοδο σχετικής ειρήνης κατά την οποία ορισμένοι μπούσι, μην έχοντας πολεμική δραστηριότητα, ανέλαβαν τη σοβαρή ενασχόληση να μεταμορφώσουν τις «πολεμικές τέχνες» από μεθόδους, κυρίως, «αυτοπροστασίας», σε μεθόδους «προσωπικής εξέλιξης».

Τα μπούντο, έχοντας αναπτυχθεί μετά την κατάρρευση της φεουδαρχίας και μην έχοντας πολεμικό σκοπό, περιορίζουν την αποτελεσματικότητά τους σε συγκεκριμένο όπλο ή είδος μάχης.

Στα κλασσικά μπουζούτσου, δηλαδή στις «πολεμικές τέχνες» οι οποίες δημιουργήθηκαν πριν την περίοδο Έντο, οι προτεραιότητες ήσαν: 1) μάχη, 2) πειθαρχία, 3) ηθική.

Εν αντιθέσει, τα κλασσικά μπούντο τα οποία αναπτύχθηκαν από τα μέσα της περιόδου Έντο και μετέπειτα, οι προτεραιότητες ήσαν: 1) ηθική, 2) πειθαρχία, 3) αισθητική.

Παρ’ όλο που τα κλασσικά μπούντο προέρχονται από τα κλασσικά μπουζούτσου, δεν ήσαν σχεδιασμένα με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι χρήσιμα για τον πολεμιστή στη μάχη. Παράλληλα, ορισμένα μπουζούτσου μετεβλήθησαν, ώστε να είναι κατάλληλα για εκπαίδευση σύμφωνα με το πνεύμα των μπούντο.

Στα μπουζούτσου η άσκηση χρησιμοποιείται ως ένα μέσον για να αποκτήσει ο ασκούμενος μαχητική ικανότητα, ενώ στα μπούντο η άσκηση είναι μέσον για να αποκτήσει ο ασκούμενος γνώση του εαυτού του και έτσι να γίνει καλύτερος.

Επειδή τα κλασσικά μπούντο δημιουργήθηκαν σε μια περίοδο ειρήνης και δεν κρίνονταν στο πεδίο της μάχης, οι δημιουργοί τους δεν θεωρούσαν ότι διέπρατταν μεγάλο σφάλμα με το να αποδυναμώσουν τη μαχητική υπόσταση των μπουζούτσου, καθώς τα μετέτρεπαν σε μπούντο.

Η κουλτούρα των κλασσικών μπούντο, όπως και των κλασσικών μπουζούτσου, είναι βασισμένη στη φεουδαρχική Ιαπωνία. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει κατανοητό ότι τα κλασσικά μπούντο δεν δημιουργήθηκαν ως ένα είδος για επίδειξη ή αθλητισμό, αλλά ήταν μια αυστηρή εκπαίδευση η οποία είχε ως σκοπό να σφυρηλατήσει το πνεύμα μέσα από την αφοσιωμένη και συνεχή άσκηση.

Τα πρώτα κλασσικά μπούντο εμφανίζονται την περίοδο κατά την οποία μεταμορφώνεται το Κενζούτσου (τέχνη του σπαθιού) σε Κέντο (δρόμος του σπαθιού), δηλαδή περί τα μέσα του 17ου αιώνα. Θεωρείται ότι η ουσία του Κέντο είναι περισσότερο μια πνευματική μέθοδος για την καλυτέρευση του ατόμου, παρά μια ασχολία η οποία έχει άμεση σχέση με τη μάχη.   

Για να γίνει το Κέντο αποδεκτό σε μια ειρηνική κοινωνία, χρειαζόταν να βρεθεί ένας τρόπος ώστε η άσκηση να μπορεί να γίνει ακίνδυνα. Οι αλλαγές στο σπαθί για λόγους άσκησης ξεκίνησαν πριν την περίοδο Έντο, κατά την οποία τόσο η Μανίγια Νεν Ρύου, όσο και η Σινκάγκε Ρύου είχαν αντικαταστήσει το μεταλλικό ή ξύλινο σπαθί με ένα από μπαμπού για την άσκηση. Η πιο ουσιαστική προσφορά, όμως, στο να γίνει ασφαλής η εξάσκηση, ανήκει στον Νακανίσι Τσούτα (1750).

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το Κέντο γίνεται δημοφιλές και στους απλούς ανθρώπους και έτσι δημιουργούνται κανονισμοί ώστε να μπορούν οι ασκούμενοι να αγωνίζονται μεταξύ τους. Ενώ η αρχική δημιουργία του Κέντο είχε σκοπό τη δημιουργία ενός τρόπου για πνευματική εξέλιξη, την εποχή αυτή μετατρέπεται, παίρνοντας τη μορφή ενός αθλήματος.

Το Ιάιντο, το οποίο είναι η μετεξέλιξη του Ιάι Ζούτσου, εμφανίζεται μόλις τον 20οαιώνα, αλλά η ουσία του Ιάιντο, ως μιας μεθόδου για την ανάπτυξη και εξέλιξη του ατόμου, είναι αποτέλεσμα του τρόπου σκέψης της περιόδου Έντο.

jutsu-do-4.jpg

Οι άοπλες τεχνικές των μπούσι αποκαλούνται, όπως είπαμε, κούμι ούτσι. Την περίοδο Έντο, το κούμι ούτσι γίνεται η βάση για τη μετεξέλιξή του στο Ζίου Ζίτσου. Όπως δηλώνει ο Γουατατάνι Κιγιόσι, ένας από τους κυριότερους μελετητές στη σύγχρονη Ιαπωνία της πολεμικής παράδοσης του τόπου του, το κούμι ούτσι είναι η ραχοκοκαλιά του Ζίου Ζίτσου.

Την περίοδο Έντο, το Ζίου Ζίτσου αποκαλείται και Γιαγουάρα και υποδηλώνει τα συστήματα μάχης σώμα με σώμα, τα οποία, όπως το Ζίου Ζίτσου, βασίζονται στην αρχή του τζου, το οποίο σημαίνει μαλακό, υποχωρητικό, εύκαμπτο.

Την περίοδο Έντο τα άοπλα συστήματα εξελίχθηκαν προς δύο κατευθύνσεις.

1) Αυτά τα οποία προήλθαν από τις «πολεμικές τέχνες» προ της περιόδου Έντο, στις οποίες τα άοπλα συστήματα ήσαν δευτερεύοντα συστήματα τα οποία δρούσαν συμπληρωματικά στη χρήση των όπλων, όπως τα Γιαγουάρα Γκι, Γιαγουάρα Γκε, Κογκουσόκου, Κόσι Νο Μαγουάρι, Τόριτε, Γιαγουάρα, Γουαζούτσου, Ταιζούτσου.

2) Αυτά τα οποία εξελίχθηκαν από απλούς ανθρώπους κατά την περίοδο Έντο και ήσαν συστήματα τα οποία ασχολούνταν κυρίως με την άοπλη μάχη, διότι σύμφωνα με τους αυστηρούς νόμους της στρατιωτικής κυβέρνησης (bakufu) της περιόδου Έντο, οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να φέρουν όπλα.

Η έλλειψη, όμως, πολεμικής εμπειρίας των κοινών ανθρώπων, καθώς και η έλλειψη επιδεξιότητας στη χρήση διαφορετικών οπλών, αναγκαστικά περιόρισε τα συστήματα αυτά στη μελέτη της άοπλης μάχης μόνον, γεγονός το οποίο τα έκανε μαχητικά αδύναμα. Η ειδίκευση αυτή στην άοπλη μάχη, ιδίως προς τα τέλη της περιόδου Έντο, συνετέλεσε στον σταδιακό εκφυλισμό του Ζίου Ζίτσου σε έναν αισθητικό κλάδο, ο οποίος ταυτίζεται με το μη πολεμικό πνεύμα των κλασσικών συστημάτων μπούντο.

ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΠΟΥΝΤΟ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΠΟΥΖΟΥΤΣΟΥ

Την περίοδο Μεϊτζί (1868-1912) πολλά αλλάζουν στην Ιαπωνία και στις «πολεμικές τέχνες». Ειδικότερα, η χώρα εισέρχεται στη σύγχρονη εποχή και με διάταγμα του 1876 οι πολεμιστές δεν μπορούν πλέον να φορούν τα νταϊσό (δυο σπαθιά). Πρακτικά καταργείται η τάξη των σαμουράι και καταρρέει το φεουδαρχικό σύστημα.

Τα Ιαπωνικά «συστήματα» τα οποία δημιουργήθηκαν μετά το 1868, θεωρούνται σύγχρονα και χαρακτηρίζονται ως σύγχρονα μπούντο ή σύγχρονα μπουζούτσου, ανάλογα με την κατεύθυνσή τους.

Εάν ακριβολογήσουμε, κανένα από τα σύγχρονα «συστήματα» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «πολεμική τέχνη». Ορισμένα σύγχρονα Ιαπωνικά «συστήματα» ζούτσου ασχολούνται με τη μάχη σώμα με σώμα και χρησιμοποιούνται από τα σώματα ασφαλείας και τον στρατό, ενώ ορισμένα άλλα ασχολούνται με την αυτοάμυνα και απευθύνονται στους πολίτες. Τα σύγχρονα Ιαπωνικά «συστήματα» ντο καλύπτουν τη φυσική και πνευματική άσκηση και εκπαίδευση, τις μεθόδους αυτοάμυνας, καθώς και τον αθλητισμό.

Η ιστορία των συγχρόνων μπούντο ή σιν-μπούντο αλλά και των συγχρόνων μπουζούτσου ξεκινάει με την κατάρρευση της στρατιωτικής κυβέρνησης (μπακούφου) Τοκουγκάβα, το 1868. Την περίοδο εκείνη η Ιαπωνία εισέρχεται στη σύγχρονη εποχή, καθώς συνειδητοποιεί τη μειωμένη της ικανότητα να αμυνθεί από εξωτερικές παρεμβάσεις, την οικονομική της καχεξία και τη σύγχυση του κοινωνικού και του πολιτικού της συστήματος.

Όσοι κρίνουν τις «πολεμικές τέχνες» με βάση την «πολεμική» τους ικανότητα, ίσως θεωρούν τα σύγχρονα συστήματα σαν «χάρτινες τίγρεις», ενώ όσοι είναι οπαδοί των κλασσικών μπούντο, ίσως να θεωρούν τα σύγχρονα συστήματα ως «ρηχές» ασχολίες, εν σχέσει με την «πνευματικότητα» των κλασσικών μπούντο.

Από την άλλη πλευρά, οι ασχολούμενοι με τα σύγχρονα συστήματα ίσως να θεωρούν τα κλασσικά μπουζούτσου ως αναχρονιστικές μεθόδους μιας περασμένης εποχής, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τη σημερινή εποχή και τα κλασσικά μπούντο ως μια ουτοπική ενασχόληση, χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.

Οι ιδρυτές των συγχρόνων συστημάτων δανείστηκαν από την πρακτική και θεωρία των κλασσικών συστημάτων, όσων δηλαδή συστημάτων είχαν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να διδαχθούν. Πολλές φορές, όμως, γίνονται αναπόδεικτοι ισχυρισμοί σχετικά με τη σχέση τους με κλασσικά συστήματα και με γενεαλογικά δένδρα ρύου, των οποίων η ύπαρξη δεν μπορεί να πιστοποιηθεί.

Ορισμένα σύγχρονα συστήματα μπουζούτσου έχουν σκοπό, όπως είπαμε, να διαδώσουν τεχνικές αυτοάμυνας οι οποίες προορίζονται για τον στρατό και την αστυνομία, ενώ άλλα για να διαδώσουν συστήματα αυτοάμυνας για τους πολίτες. Η φιλοσοφία των συστημάτων αυτών είναι η προσπάθεια να ελεγχθεί η βία μέσω απλώς του ελέγχου του αντιπάλου και δεν στοχεύουν στον θάνατό του, κάτι που ήταν χαρακτηριστικό των κλασσικών μπουζούτσου. Στα κλασσικά μπουζούτσου οι τεχνικές έχουν εφαρμογή στο πεδίο της μάχης, όπου χρησιμοποιούνται σε μάχη μέχρι θανάτου μεταξύ επαγγελματιών πολεμιστών (μπουάι σίνκεν σόμπου).

Τα σύγχρονα συστήματα μπουζούτσου είναι δευτερεύουσες μέθοδοι μάχης για χρήση στην πολιτική ζωή και όχι σε πολεμικές συγκρούσεις. Εκπαιδεύουν, όμως, κάποιον ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει έναν ανεκπαίδευτο επιτιθέμενο. Γι’ αυτόν που ασχολείται με τα σύγχρονα μπουζούτσου, η μάχη είναι μια υπόθεση νίκης ή ήττας σε μια σοβαρή αντιπαράθεση σώμα με σώμα (σόμπου). Λόγω των συνθηκών, όμως, της αντιπαράθεσης, τα σύγχρονα συστήματα μπουζούτσου δεν θεωρούνται «πολεμικές τέχνες».

To Κέιτζο Ζούτσου, η τέχνη της αστυνομικής ράβδου, είναι ένα σύγχρονο μπουζούτσου το οποίο έχει τις ρίζες του στο Τζο Ζούτσου και ιδίως στο Σίντο Μούσο Ρύου, του 17ου αιώνα. Άλλα σύγχρονα μπουζούτσου είναι το Τάιχο Ζούτσου, το οποίο είναι οι τεχνικές αυτοάμυνας της Ιαπωνικής αστυνομίας, το Κέιμπο Σόχο και το Τοκούσου Κέιμπο Σόχο τα οποία είναι αστυνομικοί μέθοδοι χρήσης των μικρών ράβδων, το Χότζο Ζούτσου, η τέχνη δεσίματος, το Τόσου Κακούτρο, που είναι το επίσημο σύστημα αυτοάμυνας για τις Ιαπωνικές αμυντικές δυνάμεις. Επίσης, υπάρχουν συστήματα Ζίου Ζίτσου που θεωρούνται σύγχρονα μπουζούτσου, επειδή ασχολούνται με μεθόδους αυτοάμυνας για τους πολίτες. 

jutsu-do-2.jpg

Τα σύγχρονα μπούντο είναι συστήματα με μεγάλη κοινωνική αποδοχή και είναι ανοικτά σε οποιονδήποτε. Το «άθλημα θανάτου», των κλασσικών συστημάτων, αντικαθίσταται από το «άθλημα για τη ζωή». Το πεδίο μάχης των κλασσικών συστημάτων (σέντζο) αντικαθίσταται από ένα είδος «αρένας», το εμπούτζο για επιδείξεις και το σιάιτζο για αθλητικούς αγώνες. Στο τελευταίο, η ιδέα της μάχης μέχρι θανάτου (σίνκεν σόμπου) και σοβαρής αντιπαράθεσης (σόμπου), αντικαθίσταται από των αγώνα μεταξύ αθλητών και όχι εχθρών (σιάι). Το αυστηρό πολεμικό πνεύμα των κλασσικών συστημάτων μπουζούτσου δεν υφίσταται και οι τεχνικές μόνον προσομοιάζουν πραγματικές συνθήκες, διότι έχουν τους περιορισμούς των κανόνων τούς οποίους ακολουθούν αναγκαστικά για να είναι ασφαλής ο αγώνας.

Το κάχο, το οποίο είναι η εξάρτηση σε είδος προπόνησης με προκαθορισμένες ασκήσεις, περιορίζεται, ενώ τη θέση του παίρνει μια προπόνηση η οποία βασίζεται σε ένα είδος ελεύθερης αλλά ελεγχόμενης άσκησης. Το μάθημα γίνεται από τον δάσκαλο (σένσει) προς τους μαθητές σε ομάδες και έτσι αντικαταστάθηκε η προσωπική σχέση του δασκάλου προς τον μαθητή, που ήταν χαρακτηριστικό των κλασσικών συστημάτων.

Η πλειονότητα των συγχρόνων μπούντο ασχολείται με άοπλες παλαιστικές μεθόδους ή άοπλες μεθόδους κτυπημάτων. Η έλλειψη γνώσης της χρήσης των όπλων και των συνθηκών της ένοπλης μάχης, αναγκαστικά εξασθένησε αυτά τα συστήματα, όσον αφορά τη μαχητική τους ικανότητα και έτσι δεν μπορούν και αυτά να θεωρηθούν «πολεμικές τέχνες», ορισμό που τελικώς  αρμόζει μόνον στα κλασσικά συστήματα μπουζούτσου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Asian Fighting Arts  των  D.F. Draeger - R.W. Smith, Εκδόσεις Kodansha
Κλασσικές Πολεμικές Τέχνες, Ντον Ντρέγκερ, εκδ. Αλκίμαχον
Κλασσικοί Πολεμικοί Δρόμοι, Ντον Ντρέγκερ, εκδ. Αλκίμαχον
Σύγχρονες Πολεμικές Τέχνες και Δρόμοι, Ντον Ντρέγκερ, εκδ. Αλκίμαχον

 

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο τεύχος 101 του περιοδικού «Μονοπάτι για τις Πολεμικές Τέχνες»

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς τη γραπτή άδεια του Εκδότη.